ε141Ἐγγλωττογάστωρ Ἐγγλωττογάστορες
tongue-belly
Tongue-bellies, those who make their living by their tongues, like e)gxeiroga/stores, those [who do so] by their hands.
Ἐγγλωττογάστωρ. Ἐγγλωττογάστορες, οἱ ἀπὸ τῆς γλώττης βιοτεύοντες, ὡς Ἐγχειρογάστορες, οἱ ἀπὸ τῶν χειρῶν.
Open entry →